Στίχοι


 

Θέλω να ευχαριστίσω τον φίλο μου τον Βαγγέλη που μας έστειλε τους πάρακατω στίχους .
 

Στίχοι από διάφορα τραγούδια του Βασίλη .

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Του 'παν θα βάλεις το χακί
θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή
θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή
και ήρωας θα γίνεις

Εκείνος δεν μιλάει πολύ
του 'ναι μεγάλη η στολή
του 'ναι μεγάλη η στολή
και βάσανο οι αρβύλες

Το εμβατήριο που του 'μαθαν να λέει
είναι μονότονο και του 'ρχεται να κλαίει
είναι μονότονο και του 'ρχεται να κλαίει
το εμβατήριο που του 'μαθαν να λέει

Δεν του 'γραφε ποτέ κανείς
τις νύχτες ξύπναγε νωρίς
τις νύχτες ξύπναγε νωρίς
και μίλαγε για λάθος

Μια μέρα έγινε στουπί
πέταξε πέρα τη στολή
πέταξε πέρα τη στολή
και έκλαψε μονάχος

Το εμβατήριο που του 'μαθαν να λέει
είναι μονότονο και ντρέπεται να κλαίει
είναι μονότονο και ντρέπεται να κλαίει
το εμβατήριο που του 'μαθαν να λέει
 
 

ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ

Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς
σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς
ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς

Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς
δουλεύαν στον Μπράουν, στον Φίσερ, στον Κραφτ
ο Μπράουν, ο Φίσερ, ο Κραφτ
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τραστ

Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς
ανέμελοι δούλευαν πάντα στα τανκς
ποτέ τους δεν διάβασαν Μαρξ
ιδέα δεν είχανε για τραστ και για κραχ

Ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κραφτ
χώρισαν σε Μπράουν, σε Φίσερ, σε Κραφτ
ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κραφτ
εχθροί τάχα γίναν, διαλύσαν το τραστ

Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ
στρατιώτες τους στείλαν στον πόλεμο παν
ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς
σαν ήρωες έπεσαν κάτω απ' τα τανκς

Ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κραφτ
σκέφτηκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ
ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κραφτ
ξανάσμιξαν πάλι και φτιάξανε τραστ
 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ

Εγώ δε θέλω στη ζωή να κυβερνήσω
θέλω να μείνω οπαδός φανατικός
αυτών που πάντοτε την τρωνε από πίσω
και στο μηδέν ξαναγυρνάνε διαρκώς

Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία
εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι
παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω
σας αγαπάω μα δεν παντρεύομαι

Εγώ δε θέλω να με κάνετε σατράπη
ούτε συνένοχο σε κόλπα ομαδικά
απ' το ραδιόφωνο σας στέλνω με αγάπη
τα τραγουδάκια μου και δυο γλυκά φιλιά

Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία
εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι
παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω
σας αγαπάω μα δεν παντρεύομαι

Εγώ δε θέλω τον αρμόδιο να παίξω
να αποφασίζω κεκλεισμένων των θυρών
ειμ' απ' αυτούς που πάντα μένουνε απ' έξω
γιατί δεν έχω ούτε γραβάτα ούτε παπιόν

Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία
εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι
παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω
σας αγαπάω μα δεν παντρεύομαι
 

Σ' ΑΚΟΛΟΥΘΩ

Σ' ακολουθώ στη τσέπη σου γλιστράω
σα διφραγκάκι τόσο δα μικρό
Σ' ακολουθώ και ξέρω πως χωράω
μες στο λακκάκι που 'χεις στο λαιμό

Έλα κράτησε με
και περπάτησε με
μες στο μαγικό σου το βυθό
πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου
μη μ' αφήνεις μόνο θα χαθώ

Σ' ακολουθώ και ξέρω πως χωράω
μες στο λακκάκι που 'χεις στο λαιμό
Σ' ακολουθώ και πάνω σου κολλάω
σα φανελάκι καλοκαιρινό
Σ' ακολουθώ σ' αγγίζω και πονάω
κλείνω τα μάτια και σ' ακολουθώ

Έλα κράτησε με
και περπάτησε με
μες στο μαγικό σου το βυθό
πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου
μη μ' αφήνεις μόνο θα χαθώ

Σ' ακολουθώ σ' αγγίζω και πονάω
κλείνω τα μάτια και σ' ακολουθώ
 

ΤΣΕ

Μια φωτογραφία σου
κρύβετε σε 'μένα
μια φωτογραφία σου
απ' τα ξένα

Απ' αυτές που κρατάνε οι φοιτητές
απ' αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
απ' αυτές που κρεμάνε οι φοιτητές
στην καρδιά τους

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε, Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο
σφράγισε τις πόρτες
τρέμω για τον άνθρωπο
με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά
τι ζητά και για 'σενα με ρωτά
τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά
κάθε βράδυ

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε, Τσε Γκεβάρα

Πόσα τριαντάφυλλα
τα 'καψε το χιόνι
αχ αυτή η άνοιξη
με ματώνει
 

ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ

Με νικοτίνη δυνατή και τον Μπομπ Ντύλαν
και τους ρεμπέτες στα παλιά γραμμόφωνα
τα όνειρά μου στην πρωτεύουσα με στείλαν
για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα.

Αναψυκτήρια φτηνά και καφενεία
και πεθαμένες Κυριακές μ' αρρώστησαν
όλη η ζωή μου φεύγει δίχως σημασία
πολύ σιωπή τα όνειρά μου κόστισαν.

Πάνω σε τοίχους πονηρές οι διαφημίσεις
στην τηλεόραση και στα ραδιόφωνα
κι εσύ γυρεύεις στα κανάλια να με κλείσεις
για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα.

Με νικοτίνη δυνατή και τον Μπομπ Ντύλαν
και τους ρεμπέτες στα παλιά γραμμόφωνα
τα όνειρά μου στην πρωτεύουσα με στείλαν
για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα.
 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ

Κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει
κι έχω χαθεί στης πολιτείας τα στενά
Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη
κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά

Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ' αγγίζει
μου 'λεγες πέρσι τέτοιο βράδυ σκεφτική
ύστερα άρχισε η ματιά σου να ραγίζει
και σαν τρελός σε κυνηγούσα στη βροχή

Στη λεωφόρο σε ζητώ και στη Βικτώρια
κι από το στέκι μας περνάω το παλιό
ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια
ξέρω καλά πως θα σαλτάρω αν δεν σε βρω

Σ' ένα μπαράκι με προγκάει ένας πιωμένος
μου λέει πως ψάχνει από κάπου να πιαστεί
κι εγώ ξεκάρφωτος μαζί και καρφωμένος
του λέω με στυλ πως είναι όμορφη η ζωή

Μια πεταλούδα στη γωνιά χαμογελάει
κερνάει τσιγάρο μα πουλάει τη φωτιά
ο αστυφύλακας ταυτότητα ζητάει
μα εγώ τη ψάχνω απ’ τα δεκαεννιά

Τώρα γυρίζω σε μια στέπα χιονισμένη
ένας ροζ πάνθηρας που τρέμει και πεινά
ένα σου γέλιο με χτυπά και μ' ανασταίνει
κι όλα τα δίνω για να σμίξουμε ξανά

Κάνει μια ψύχρα που τρυπάει και αρρωσταίνει
έξω η νύχτα με τραβάει απ' τα μαλλιά
εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη
κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά

Κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει
 

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στην ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που απ' ένα γέρο έμπορο τ’ αγόρασα στο Αλγέρι.

Θυμάμαι ως τώρα να 'τανε τον γέρο παλαιοπώλη
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια
ορθό πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτω λόγια:

"Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε
ο κόντε Αντόνιο μια βραδιά τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης την μικρή ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Ιταλός έναν Γκρεκό λοστρόμο
χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια
πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει
είναι ελαφρύ για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις"
- "πόσο έχει;" - "μόνο φράγκα εφτά, αφού το θέλεις παρ το".

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο
που η ιδιοτροπία μ' έκανε και το 'κανα δικό μου
κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου.
 

ΠΡΩΤΗ ΜΑΪΟΥ

Πρώτη Μαΐου κι απ' τη Βαστίλη
ξεκινάνε οι καρδιές των φοιτητών
χίλιες σημαίες, κόκκινες, μαύρες
ο Φεντερίκο, η Κατρίν και η Σιμόν.

Μέσα στους δρόμους, μέσα στο πλήθος
τρέχω στους δρόμους, ψάχνω στο πλήθος
πούν' το κορίτσι, το κορίτσι π' αγαπώ.

Πες μου Μαρία, μήπως θυμάσαι
κείνο το βράδυ που σε πήρα αγκαλιά
πρώτη Μαΐου, όπως και τώρα
κι εγώ φιλούσα τα μακριά σου τα μαλλιά.

Μέσα στους δρόμους, μέσα στο πλήθος
τρέχω στους δρόμους, ψάχνω στο πλήθος
πούν' το κορίτσι, το κορίτσι που αγαπώ.

Πρώτη Μαΐου, μαύρα τα ξένα
κλείσε το τζάμι, μην κρυώσει το παιδί.
 

ΚΑΤΑΡΡΕΩ

Πήρες και τους δρόμους
πας με τα φρικιά
και με εξοντώνεις ψυχολογικά
κι άρχισες τα φεμινιστικά

Ανεξαρτησία γύρευες κι εσύ
τρέχεις μ' όποιον φτάνεις
κι όποιον σου βρεθεί
γιατί να σ' αγαπάω δηλαδή;

Κάτα- κάτα- κάτα- καταρρέω
κι άλλο πλέον δε μπορώ
θα ερωτευτώ τον Παπανδρέο
τον Ποπάϋ, τον Ζορρό
και δεν ξαναγαπάω θηλυκό

Μ' έναν ΚΝιτη πρώτα
και μ' έναν χριστιανό
μ' έναν ξαναμμένο μωαμεθανό
και μ' ένανε πρεζάκια παρδαλό

Οι δικαιολογίες είναι περιττές
κι από εμπειρίες είχες αρκετές
ε, άιντε ξεκαθάρισε τι θες

Κάτα- κάτα- κάτα- καταρρέω
το 'πα το παρατραβάς
πώς να αποφύγω το μοιραίο
έγινα και κερατάς
ελεύθερέ μου έρωτα πονάς

Έγινε της μόδας
ποιος θα σακατέψει ποιόν
εποχή της ρόδας
και των πυρηνικών
εκάθομαι τις τρώω το λοιπόν

Ένας αλλά λέων κι όλοι εσείς τυριά
δεν σηκώνω πλέον άλλη μαχαιριά
ρε πού την βρήκα τέτοια λεβεντιά

Κάτα- κάτα- κάτα- καταρρέω
κι άλλο πλέον δε μπορώ
θα ερωτευτώ τον Παπανδρέο
τον Ποπάϋ, τον Ζορρό
και δεν ξαναγαπάω θηλυκό

Κάτα- κάτα- κάτα- καταρρέω
κι άλλο πλέον δε μπορώ
θα ερωτευτώ τον Παπανδρέο
τον Ποπάϋ, τον Ζορρό
και δεν ξαναγαπάω θηλυκό

Κάτα- κάτα- κάτα- καταρρέω
κι άλλο πλέον δε μπορώ
θα εισηγηθώ στον Παπανδρέο
να με κάνει υπουργό
και δεν ξαναγαπάω θηλυκό
 

ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ

Στην άσφαλτο κουρσάρος
με καράβι την μοτοσικλέτα
παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό
στα δεκαοχτώ σου έσπασες τα φρένα
ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα

Κυκλοφοράς μονάχα φτιαγμένος
ο κόσμος όλος χίλια κυβικά
είσαι αγριεμένος είσαι κουρασμένος
έχεις την ζωή στην σέλα σου γραμμένη
για κάποιο φόνο είσαι γεννημένος

Από παρέες τριγυρισμένος
δεν τους φοβάσαι δε σ' αγαπούν
και η ζωή να περνάει λαθραία
μα 'σύ φοβάσαι να κοιμηθείς
και το ταξίδι ξαναρχίζεις

Το δάχτυλο στο φρένο κοκαλωμένο
μια στάλα αίμα στο μπουφάν σου
πλάι στα χίλια κυβικά σου
μονάχος χάραμα χάραμα στην λεωφόρο
και περιμένεις ασθενοφόρο

Μονάχος χάραμα χάραμα στην λεωφόρο
και περιμένεις ασθενοφόρο
από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος
 

ΣΤΕΛΛΑ

Γεμίσαν οι πλατείες
με πολυκατοικίες
και σίδερα
και κάθε που βραδιάζει,
η πολιτεία μοιάζει
με σινεμά

Και 'γώ σου λέω Στέλλα
στην αγκαλιά μου έλα
να κοιμηθείς
είναι μεγάλη μέρα,
αδέσποτη σα σφαίρα
και θα χαθείς

Σε κάθε της γωνία
δράμα και κωμωδία
και κλάματα
στους δρόμους ζευγαράκια,
έρωτες, τσαλιμάκια
και βάσανα

Και 'γώ σου λέω Στέλλα
στην αγκαλιά μου έλα
να κοιμηθείς
είναι μεγάλη μέρα,
αδέσποτη σα σφαίρα
και θα χαθείς

Φώτα μικρά, μεγάλα,
έργα πορνό και μπάλα
για τους φτωχούς
στους τοίχους διαφημίσεις,
παντού και πάντα λύσεις
για τυχερούς

Και 'γώ σου λέω Στέλλα
στην αγκαλιά μου έλα
να κοιμηθείς
είναι μεγάλη μέρα,
αδέσποτη σα σφαίρα
και θα χαθείς
 
 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ

'Ήταν λεει σαν να μάκραινε ο δρόμος,
περπατούσες κι είχε πέσει η βραδιά
και στο πλάι σου εγώ,
με το βήμα μου αργό,
σε κρατούσα αγκαλιά, μα δεν σ' είχα

Σου μιλούσα προχθές όλη νύχτα
και συ μ' άκουγες ίσκιος κρυφός,
κι όπως μπαίνει η φωνή
μες του τρόμου τη σκηνή,
μου 'πες: σβήσε το φως, καληνύχτα

Σαν γυαλί μες το χέρι της πόλης,
τα φιλιά μου ματώνω όπου βρω,
τα μεσάνυχτα εγώ σε σκοτώνω και ζω
μ' από κάπου μακριά η φωνή σου ξανά
να μου λεει είμαι εδώ, μα δε σε βρήκα

Στο χέρι μου εσύ σαν σημαιάκι που νικάει
μαργαρίτα από νέον μ' αγαπάει και με σκορπάει
και σκιές κοριτσιών σαν κι εσένα μου γελούν
μόλις πάρει να χαράξει τρεις φορές θα μ' αρνηθούν

δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, δεν υπάρχω,
δεν υπάρχω κι είμαι εδώ

πατάω δες στο ηλεκτροφόρο σου σκοινί
με το όχι σου για δείχτη
σε μια πίστα αδειανή
και αυτά τα μάτια που με πάνε στο κενό
όλη νύχτα τα πληρώνω, πριν χαράξει στα χρωστώ

δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις,
δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ
δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις,
δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ,
δεν δεν δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ
 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ

Ήταν ένας γάτος μαύρος πονηρός
κάθε που εβράδιαζε ντύνονταν γαμπρός
τα μαλλιά του έκανε λίγο κατσαρά
κι ένα κόκκινο παπιόν φορούσε στην ουρά

Σε κάθε σπίτι πήγαινε όπου έβλεπε καπνό
ζητούσε τα κορίτσια δήθεν για σκοπό
κι αυτές άλλο δε θέλανε φορούσαν νυφικά
κάλιο μ' ένα γάτο παρά με κοιλαρά

Μα όπως είπα στη αρχή ο γάτος πονηρός
βόλευε τα κορίτσια και γίνονταν καπνός
με τόση καρπερότητα αχ να 'χα μια σταλιά
γεμίσαν τα ιδρύματα με μπάσταρδα γατιά

Οι άρχοντες φοβήθηκαν μην πάθουνε ζημιά
και την κουτάλα χάσουνε μαζί με τα ζουμιά
ρε θες να κάνουν κίνημα του γάτου οι καρποί
κι ό,τι γλυκά ροκάνιζαν σαν φούσκα να χαθεί

'Έτσι αφού σκεφτήκανε βρήκαν το πιο σωστό
το γάτο να τσακώσουνε σαν μούτρο αναρχικό
βγήκε λοιπόν σεργιάνι το χαφιεδότσουρμο
αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό

Αχ καημένε γάτο μου την έχεις πια βαμμένη
του έθνους τα λαγωνικά στην έχουνε στημένη
κι όπως το λεω έγινε το πιάσανε το αλάνι
τους είδε μαύρους νόμισε με φίλους πως θα κάνει

Τώρα κλαίει κι οδύρεται μαζεύεται κουβάρι
μήπως τους κρύους δικαστές μπορέσει να τουμπάρει
αχ μη καλοί μου άνθρωποι εγώ δεν είμαι γάτος
εγώ είμαι ένας άνθρωπος με αισθήματα γεμάτος

Κοιτάζω το συμφέρον μου διαβάζω εφημερίδα
και στο στρατό υπηρέτησα για τη μαμά πατρίδα
μα εκείνοι που να ακούσουνε τον στήσανε στον τοίχο
τα μάτια κάπως παίξανε στης τουφεκιάς τον ήχο

Αν μία κόρη έχετε κρατήστε την αθώα
μπορεί ο γάτος να μην 'ρθει μα θα 'ρθουν άλλα ζώα
κι αν είστε κάποιος άρχοντας και παρεξηγηθείτε
στα όργανα μου μια χαρά χωράει να γραφτείτε
 

ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ

Άσε με να κάνω λάθος
μη μου λες πως είν' ντροπή
άσε με να βρω μονάχος
πιο το τέλος πια η αρχή

Άσε με μονάχο μου να νιώσω
την ουσία μέσα σ' όλα που 'χεις πει
αν αντίρρηση μου φέρεις
θα θυμώσω και το ξέρεις
αν με χάσεις αιτία θα είσαι 'συ

Άσε με να κάνω λάθος
άσε με να κουραστώ
άσε με να 'ρθω μονάχος
και συγνώμη να σου πω

Έχω μπόλικο καιρό να κοροϊδεύω
κάθε λέξη κάθε έννοια και σκοπό
έχω όρεξη πολύ να αλητεύω
κι ας μην ξέρω για τι ψάχνω ή τι θα βρω

Μη μου λες για εξερευνήσεις
και για χώρες μακρινές
μην μου λες για κατακτήσεις
και για μαζικές δομές

Πες μου μόνο
πως περνούν τη νύχτα
με δυο φίλους
σ' ένα υπόγειο σκυφτό

Η σειρήνα πάνω ουρλιάζει
και η σύριγγα αδειάζει
και το αίμα
χύνεται ζεστό

Άσε με να κάνω λάθος
άσε με να δω καλά
άσε με να βρω μονάχος
τι μου παίρνει τα μυαλά

Άσε με να σου σφυρίξω στο σκοτάδι
ένα γνώριμο παλιό σκοπό
άσε με να σου γεμίσω κάποιο βράδυ
τα κενά με μουσική Rock and Roll που συμπαθώ

Άσε με να κάνω λάθος
μην παριστάνεις το Θεό
δε μ' αρέσουν οι σωτήρες
δε γουστάρω να σωθώ

Δεν πειράζει αν μετά θα μετανιώσω
δεν τρέχει τίποτα αν διπλά θα κουραστώ
δεν με νοιάζει απογοήτευση αν νοιώσω
αφού ξέρω πως έπαιξα και 'γώ
δεν με νοιάζει απογοήτευση αν νοιώσω
αφού ξέρω πως έπαιξα και 'γώ
 

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Το τραινάκι γυρνούσε φωτισμένο κι αχνό στον αέρα
Κάτω η θάλασσα μ' ένα καράβι, το φεγγάρι πιο πέρα
Σε θυμάμαι συχνά που φορούσες ένα άσπρο φουστάνι
Σε κρατούσα απ' το χέρι Ότι ζούμε, μου λες, δε μου φτάνει

Στα τραγούδια που λέγαμε οι δυο μας οι φωνές χαμηλώσαν
Χαραγμένη καρδιά στο παγκάκι που μετά την προδώσαν
Μια φορά μου 'χες πει δε μπορεί θα το νιώσανε κι άλλοι
Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη

Κι εγώ που ζω για πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω
Κάθε νύχτα που περνάει γυρίζω ξανά
Σκοτάδι γίνομαι και παραδίνομαι
Στον ρυθμό σου που καίει ακόμα
Αυτό το σώμα που μένει χρόνια χωρίς σκιά
Κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία
Κι ότι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία
Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω, πριν μείνουμε μόνοι, το τέλος μη δω

Σιδερένια η σκάλα και μου 'λεγες θα μείνουμε λίγοι
Πήρε η νύχτα να πέφτει βαθιά κι ο αέρας με πνίγει
Μηχανές ξεχασμένες κι αδέσποτες στου δρόμου την σκόνη
Σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι
Μια φορά μου 'χες πει δε μπορεί θα το νιώσανε κι άλλοι
Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη

Κι εγώ που ζω για πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω
Κάθε νύχτα που περνάει γυρίζω ξανά
Σκοτάδι γίνομαι και παραδίνομαι
Στον ρυθμό σου που καίει ακόμα
Αυτό το σώμα που μένει χρόνια χωρίς σκιά
Κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία
Κι ότι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία
Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω, πριν μείνουμε μόνοι, το τέλος μη δω
 

ΛΕΓΕΩΝΑΡΙΟΣ

Λεγεωνάριος χρόνια και χρόνια
μόνος κι ασήμαντος παλιοσειρά
θεριά Γαλάτες με λιώσαν στη φάπα
"Καταταχτείτε" μας λέγαν παλιά

Και θα πάρετε 'να κλήρο χωραφάκι γόνιμο
μια Γαλάτισσα για σκλάβα και συσσίτιο μόνιμο

Και θα πάρουμ' ένα κλήρο χωραφάκι γόνιμο
μια Γαλάτισσα για σκλάβα και συσσίτιο μόνιμο

Από το "φόρα, φόρα" αυτό το κράνος
τα μαλλάκια μου σκορπίσανε στη γη
οι πατάτες μπλουμ και τα φασόλια βάρκες
ξεφτίλα Καίσαρα να σ' είχα μια στιγμή

Και θα πάρουμ' ένα κλήρο χωραφάκι γόνιμο
μια Γαλάτισσα για σκλάβα και συσσίτιο μόνιμο

Και θα πάρουμ' ένα κλήρο χωραφάκι γόνιμο
μια Γαλάτισσα για σκλάβα και συσσίτιο μόνιμο

Λεγεωνάριος χρόνια και χρόνια
είπα "αϊ σιχτίρ", τα μούντζωσα πια,
απ' τις γιορτές τα μνημεία ηρώων
φεύγει θυμιάμα, μα δεν με ακουμπά

Τα μπλα-μπλα για pax romana
mare nostrum κλπ
βρήκα μέρος και τα γράφω
σφόδρα καλλιτεχνικά

Τώρα αξύριστος κλωτσάω ντενεκέδια
σε κουφάλες δέντρων αναπαύομαι
κι όσο για την δόξα που 'λεγα να πάρω
δεν βαριέσαι αδερφέ δεν βιάζομαι

Τα μπλα-μπλα για pax romana
mare nostrum κλπ
βρήκα μέρος και τα γράφω
σφόδρα καλλιτεχνικά
 

ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Σαράντα χρόνια έφηβος
κοντά μισό αιώνα
το καλοκαίρι άσπριζα
μαύριζα το χειμώνα

Σαράντα χρόνια ανώριμος
ξεφτίλας Δον Κιχώτης
σαράντα χρόνια γκόμενος
σαράντα χρόνια πότης

Γεννήθηκα σ' ένα χωριό
Τετάρτη μεσημέρι
γιατρός δεν με ξεπέταξε
μα μιας μαμής το χέρι

Οι συγγενείς μαζεύτηκαν
από νωρίς στο σπίτι
πως είναι έτσι το παιδί
και τι μεγάλη μύτη

Νάνι νάνι το παιδί μας νάνι
νάνι νάνι και παρήγγειλα
νάνι νάνι στην πόλη τα προικιά του
και τα χρυσαφικά του τα παρήγγειλα
νάνι νάνι κι όπου το πονεί να γιάνει
νάνι νάνι νάνι νάνι του

Μα εγώ από τον ύπνο μου
την έκανα κοπάνα
τέντωνα τη σφεντόνα μου
σημάδευα αεροπλάνα

Και πάνω στο καλύτερο
με ξύπναγαν με βία
για να μ' αποκοιμίσουνε
δασκάλοι στα θρανία

Και ενώ όλα  τα θυμόμουνα
κι 'χα μυαλό ξουράφι
να μεγαλώσω ξέχασα
και έμεινα στο ράφι

Έτσι για πάντα κράτησα
την παιδική μου εικόνα
εκείνου του αλητάμπουρα
που κράταγε σφεντόνα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
μικρό μικρό σου το 'δωσα
άρχοντα φέρε μου το
Κρύψε και τη σφεντόνα του
φρόνιμο κάνε μου το

Παλιέ μου φίλε γνώριμε
συμμαθητή θαμώνα
μαζί μου απόψε έφερα
εκείνη τη σφεντόνα

Μην πάει ο νους στο κακό
πουλιά δε θα χτυπήσω
με κότσυφες και πέρδικες
τι έχω να χωρίσω

Τα παιδικά μας όνειρα
θα σας εξφεντονήσω
με χρώματα και μουσικές
θα σας τα τραγουδήσω

Παλιέ μου φίλε γνώριμε
συμμαθητή θαμώνα
απόψε που βρεθήκαμε
σου δίνω τη σφεντόνα
 

ΒΡΑΔΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Βράδυ Σαββάτου κι εσύ 'σαι κάπου
άραγε πού να βρίσκεσαι για τι να λες.
Περνάει ο χρόνος βαρύς και μόνος
κι όλες τις σκέψεις μου για σένα δεν τις θες.

Βράδυ Σαββάτου, ζω στη σκιά του
και ξενυχτάω στα λιμάνια στους σταθμούς.
Βράδυ Σαββάτου, στην ερημιά του
σου τραγουδάω, που να είσαι, δεν ακούς.

Άδεια η πόλη, πού πήγαν όλοι
κι όλοι 'σαι εσύ που έφυγες χωρίς να φταις.
Άδεια η πόλη, τι γίναν όλοι
αν με θυμάσαι στην υγειά μου κάτι πιες.

Βράδυ Σαββάτου κι η μοναξιά του
να με γυρίζει σα σκυλί στις γειτονιές.
Βράδυ Σαββάτου κι η συννεφιά του
να με τυλίγει από παντού χωρίς να φταις.

Άδεια η πόλη, πού πήγαν όλοι
κι όλοι 'σαι εσύ που έφυγες χωρίς να φταις.
Άδεια η πόλη, τι γίναν όλοι
αν με θυμάσαι στην υγειά μου κάτι πιες.
 

ΟΔΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
που ξέρουνε τι κάνουνε
που ξέρουν ότι χάνουνε
κι ελπίζουν στο κράτος
χαμένοι κατακράτως

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
που πέτρα δεν αφήσανε
που τοίχους ζωγραφίσανε
κι ακόμα ζωγραφίζουν
μαραίνονται κι ανθίζουν

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
οδός του οδοστρώματος
του έτσι του κυκλώματος
οδός σακατεμένη
οδός αγαπημένη

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
οδός απόντων υπευθύνων
οδός του πάθους
οδός του λάθους
οδός του ύψους και του βάθους

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
που πιάνονται αδιάβαστοι
που γίνονται ανάρπαστοι
που σκίζουν και πουλάνε
που δε με ξεγελάνε

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
που δεν τους πιάνει λάστιχο
κι εγώ με 'να τετράστιχο
τους πιάνω από τη μέση
πονάω και μ' αρέσει

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
που ξέρουν να ονειρεύονται
που υπερηφανεύονται
πως είναι και οι πρώτοι
μακάρι να 'ναι πρώτοι

Οδός Ελλήνων
οδός εκείνων
οδός απόντων υπευθύνων
οδός του πάθους
οδός του λάθους
οδός του ύψους και του βάθους

 

[Home] [Βιογραφικό] [Δισκογραφία] [Mp3] [Στίχοι] [E-mail]